Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
speedy
01
γρήγορος, ταχύς
moving or happening quickly
Παραδείγματα
He made a speedy exit from the meeting, needing to attend to another matter.
Έκανε μια γρήγορη έξοδο από τη συνάντηση, χρειάστηκε να ασχοληθεί με ένα άλλο θέμα.
02
γρήγορος, ταχύς
accomplished rapidly and without delay
Λεξικό Δέντρο
speedily
speediness
speedy
speed



























