speedy
Pronunciation
/ˈspiˌdi/

Ορισμός και σημασία του "speedy"στα αγγλικά

01

γρήγορος, ταχύς

moving or happening quickly
speedy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
speediest
συγκριτικός βαθμός
speedier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He made a speedy exit from the meeting, needing to attend to another matter.
Έκανε μια γρήγορη έξοδο από τη συνάντηση, χρειάστηκε να ασχοληθεί με ένα άλλο θέμα.
02

γρήγορος, ταχύς

accomplished rapidly and without delay

Λεξικό Δέντρο

speedily
speediness
speedy
speed
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store