speeding
spee
ˈspi:
spi
ding
dɪng
ding
speakingspendingspelling

Ορισμός και σημασία του "speeding"στα αγγλικά

01

υπερβολική ταχύτητα, παράβαση ορίου ταχύτητας

the traffic offence of driving faster than is legally allowed 
speeding definition and meaning
Παραδείγματα
He was fined for speeding on the highway. 

Τιμωρήθηκε με πρόστιμο για υπερβολική ταχύτητα στην εθνική οδό.

02

υπέρβαση ταχύτητας, γρήγορη οδήγηση

the act of moving or traveling at a high rate of speed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Speeding increases the risk of accidents. 

Υπέρβαση ταχύτητας αυξάνει τον κίνδυνο ατυχημάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store