speedboat
Pronunciation
/ˈspidboʊt/

Ορισμός και σημασία του "speedboat"στα αγγλικά

01

ταχύπλοο, βάρκα με κινητήρα

a boat designed to go very fast
speedboat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
speedboats
Παραδείγματα
He enjoys taking his family out on the speedboat for weekend outings on the lake.
Απολαμβάνει να παίρνει την οικογένειά του στο ταχύπλοο για σαββατοκύριακα στην λίμνη.

Λεξικό Δέντρο

speedboat

speed

+

boat

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store