specialized
spe
ˈspɛ
spe
cia
ʃə
shē
lized
laɪzd
laizd
specialised

Ορισμός και σημασία του "specialized"στα αγγλικά

specialized
01

ειδικευμένος

made or designed for a specific function 
specialized definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
function, purpose, design
Παραδείγματα
The specialized equipment used by surgeons is designed for precision and accuracy during delicate procedures. 

Ο ειδικός εξοπλισμός που χρησιμοποιούν οι χειρουργοί έχει σχεδιαστεί για ακρίβεια και ακριβεία κατά τις λεπτές διαδικασίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unspecialized
specialized
specialize
special
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store