Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Souse
01
μέθυσος, αλκοολικός
a person who drinks alcohol to excess habitually
02
βύθιση, πότισμα
the act of making something completely wet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
souses
03
πήδημα χοιρινού, ζελέ χοιρινού
pork trimmings chopped and pickled and jelled
to souse
01
βυθίζω, μουλιάζω
immerse briefly into a liquid so as to wet, coat, or saturate
02
βυθίζω, ρίχνω υγρό πάνω
cover with liquid; pour liquid onto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
souse
γ΄ ενικό πρόσωπο
souses
ενεστώτα μετοχή
sousing
απλός αόριστος
soused
παθητική μετοχή
soused
03
μαρινάρω, μαγειρεύω σε μαρινάδα
cook in a marinade
04
μεθώ, πίνω υπερβολικά
become drunk or drink excessively



























