Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sophisticated
01
εκλεπτυσμένος, σοφιστικέ
having refined taste, elegance, and knowledge of complex matters
Παραδείγματα
The sophisticated diplomat navigated the complex negotiations with ease.
Ο εκλεπτυσμένος διπλωμάτης πλοήγησε με ευκολία τις πολύπλοκες διαπραγματεύσεις.
02
εξελιγμένος, πολύπλοκος
(of a system, device, or technique) intricately developed to a high level of complexity
Παραδείγματα
The manufacturing process of the luxury car involves sophisticated machinery and precision engineering.
Η διαδικασία κατασκευής του πολυτελούς αυτοκινήτου περιλαμβάνει εξελιγμένα μηχανήματα και ακριβή μηχανική.
03
εξελιγμένος, περίπλοκος
having a high level of intellectual depth, complexity, or refinement
Παραδείγματα
The research paper offered a sophisticated analysis of modern political trends.
Το ερευνητικό έγγραφο προσέφερε μια εξελιγμένη ανάλυση των σύγχρονων πολιτικών τάσεων.
Λεξικό Δέντρο
unsophisticated
sophisticated
sophisticate



























