sophisticate
so
phis
ˈfɪs
fis
ti
ti
cate
kɪt
kit

Ορισμός και σημασία του "sophisticate"στα αγγλικά

01

εκλεπτυσμένο άτομο, κοσμικός άνθρωπος

a worldly-wise person 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sophisticates
to sophisticate
01

σοφιστικεύω, κάνω πιο πολύπλοκο

to alter things in order to make them more complicated 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sophisticate
γ΄ ενικό πρόσωπο
sophisticates
ενεστώτα μετοχή
sophisticating
απλός αόριστος
sophisticated
παθητική μετοχή
sophisticated
02

παραποιώ, χειραγωγώ

to change things for a deceitful purpose 
03

σοφιστεύομαι, παραποιώ

practice sophistry; change the meaning of or be vague about in order to mislead or deceive 
04

καθιστώ λιγότερο φυσικό ή αθώο, εξευγενίζω

make less natural or innocent 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store