Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sophisticate
01
εκλεπτυσμένο άτομο, κοσμικός άνθρωπος
a worldly-wise person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sophisticates
to sophisticate
01
σοφιστικεύω, κάνω πιο πολύπλοκο
to alter things in order to make them more complicated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sophisticate
γ΄ ενικό πρόσωπο
sophisticates
ενεστώτα μετοχή
sophisticating
απλός αόριστος
sophisticated
παθητική μετοχή
sophisticated
02
παραποιώ, χειραγωγώ
to change things for a deceitful purpose
03
σοφιστεύομαι, παραποιώ
practice sophistry; change the meaning of or be vague about in order to mislead or deceive
04
καθιστώ λιγότερο φυσικό ή αθώο, εξευγενίζω
make less natural or innocent



























