Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
softened
01
μαλακωμένος, μετριοπαθής
toned down
Παραδείγματα
The softened sounds of the evening made it easier to relax.
Οι μαλακωμένοι ήχοι του βραδιού έκαναν πιο εύκολο το να χαλαρώσεις.
Her softened voice made the emotional scene even more impactful.
Η μαλακωμένη φωνή της έκανε τη συναισθηματική σκηνή ακόμα πιο επηρεαστική.
Λεξικό Δέντρο
softened
soften



























