Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
softened
01
μαλακωμένος, μετριοπαθής
toned down
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most softened
συγκριτικός βαθμός
more softened
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
softened
soften



























