softened
soft
ˈsɒf
sof
ened
ənd
ēnd

Ορισμός και σημασία του "softened"στα αγγλικά

01

μαλακωμένος, μετριοπαθής

toned down 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most softened
συγκριτικός βαθμός
more softened
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
intensity, modification, effect
02

μαλακωμένος, ελαφρύτερος

having become quieter or gentler in tone or intensity 
Παραδείγματα
The softened sounds of the evening made it easier to relax. 

Οι μαλακωμένοι ήχοι του βραδιού έκαναν πιο εύκολο το να χαλαρώσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

softened
soften
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store