Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to socialize
01
κοινωνικοποιούμαι, συναναστρέφομαι
to interact and spend time with people
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
socialize
γ΄ ενικό πρόσωπο
socializes
ενεστώτα μετοχή
socializing
απλός αόριστος
socialized
παθητική μετοχή
socialized
Παραδείγματα
Introverts may find it challenging to socialize in large groups.
Οι εσωστρεφείς μπορεί να βρουν δύσκολο να κοινωνικοποιηθούν σε μεγάλες ομάδες.
02
κοινωνικοποιώ, συλλογικοποιώ
to organize or arrange something based on socialist principles, where resources and control are shared equally
Transitive: to socialize a system
Παραδείγματα
The government plans to socialize the healthcare system to provide free services for everyone.
Η κυβέρνηση σχεδιάζει να κοινωνικοποιήσει το σύστημα υγείας για να παρέχει δωρεάν υπηρεσίες σε όλους.
03
κοινωνικοποιώ, βοηθώ στην κοινωνική προσαρμογή
to help someone become comfortable in social settings and adjust to living or working in a group
Transitive: to socialize sb
Παραδείγματα
She needed to socialize her dog before introducing it to other pets.
Χρειαζόταν να κοινωνικοποιήσει το σκύλο της πριν τον συστήσει σε άλλα κατοικίδια.
04
κοινωνικοποιώ, εκπαιδεύω
to teach or influence someone to behave in a way that is acceptable or appropriate in society
Transitive: to socialize sb
Παραδείγματα
Parents work hard to socialize their children and teach them good manners.
Οι γονείς εργάζονται σκληρά για να κοινωνικοποιήσουν τα παιδιά τους και να τους διδάξουν καλούς τρόπους.
Λεξικό Δέντρο
socialized
socializer
socializing
socialize
social
soc



























