Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to socialize
01
κοινωνικοποιούμαι, συναναστρέφομαι
to interact and spend time with people
Intransitive
Παραδείγματα
Last weekend, they promptly socialized at a family gathering.
Το περασμένο σαββατοκύριακο, κοινωνικοποιήθηκαν αμέσως σε μια οικογενειακή συγκέντρωση.
02
κοινωνικοποιώ, συλλογικοποιώ
to organize or arrange something based on socialist principles, where resources and control are shared equally
Transitive: to socialize a system
Παραδείγματα
They hope to socialize the wealth of the nation by taxing the richest citizens.
Ελπίζουν να κοινωνικοποιήσουν τον πλούτο του έθνους φορολογώντας τους πλουσιότερους πολίτες.
03
κοινωνικοποιώ, βοηθώ στην κοινωνική προσαρμογή
to help someone become comfortable in social settings and adjust to living or working in a group
Transitive: to socialize sb
Παραδείγματα
The community center organizes events to socialize the newcomers to the neighborhood.
Το κέντρο της κοινότητας οργανώνει εκδηλώσεις για να κοινωνικοποιήσει τους νέους κατοίκους στη γειτονιά.
04
κοινωνικοποιώ, εκπαιδεύω
to teach or influence someone to behave in a way that is acceptable or appropriate in society
Transitive: to socialize sb
Παραδείγματα
Their goal is to socialize the children in ways that will help them fit into society.
Ο στόχος τους είναι να κοινωνικοποιήσουν τα παιδιά με τρόπους που θα τους βοηθήσουν να ενταχθούν στην κοινωνία.
Λεξικό Δέντρο
socialized
socializer
socializing
socialize
social
soc



























