Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
societal
01
κοινωνικός, κοινωνίας
related to or characteristic of society and its members as a whole
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
society, culture, structure
Παραδείγματα
The societal norms of the time influenced people's behavior and attitudes.
Οι κοινωνικές νόρμες της εποχής επηρέασαν τη συμπεριφορά και τις στάσεις των ανθρώπων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
societally
societal



























