societal
so
cie
ˈsaɪə
saie
tal
təl
tēl

Ορισμός και σημασία του "societal"στα αγγλικά

01

κοινωνικός, κοινωνίας

related to or characteristic of society and its members as a whole 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The societal norms of the time influenced people's behavior and attitudes. 

Οι κοινωνικές νόρμες της εποχής επηρέασαν τη συμπεριφορά και τις στάσεις των ανθρώπων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store