Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
societal
01
κοινωνικός, κοινωνίας
related to or characteristic of society and its members as a whole
Παραδείγματα
The organization works to address societal challenges through advocacy and education.
Ο οργανισμός εργάζεται για την αντιμετώπιση των κοινωνικών προκλήσεων μέσω της υποστήριξης και της εκπαίδευσης.
Λεξικό Δέντρο
societally
societal



























