Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
snowy
01
χιονισμένος, χιονάτος
(of a period of time or weather) having or bringing snow
Παραδείγματα
He slipped on the snowy sidewalk while rushing to catch the bus.
Γλίστρησε στο χιονισμένο πεζοδρόμιο ενώ έτρεχε να πιάσει το λεωφορείο.
Παραδείγματα
The snowy streets made the commute difficult.
Οι χιονισμένοι δρόμοι έκαναν τη μετάβαση δύσκολη.
03
χιονισμένος, άσπρος σαν το χιόνι
having a very pale or pure white color, similar to fresh snow
Παραδείγματα
The snowy white paint on the car made it look clean and sleek.
Το χιονισμένο λευκό χρώμα στο αυτοκίνητο το έκανε να φαίνεται καθαρό και κομψό.
Λεξικό Δέντρο
snowy
snow



























