snowy
Pronunciation
/ˈsnoʊi/

Ορισμός και σημασία του "snowy"στα αγγλικά

01

χιονισμένος, χιονάτος

‌(of a period of time or weather) having or bringing snow
snowy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
snowiest
συγκριτικός βαθμός
snowier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He slipped on the snowy sidewalk while rushing to catch the bus.
Γλίστρησε στο χιονισμένο πεζοδρόμιο ενώ έτρεχε να πιάσει το λεωφορείο.
02

χιονισμένος, χιονάτος

covered or filled with snow
snowy definition and meaning
Παραδείγματα
The snowy streets made the commute difficult.
Οι χιονισμένοι δρόμοι έκαναν τη μετάβαση δύσκολη.
03

χιονισμένος, άσπρος σαν το χιόνι

having a very pale or pure white color, similar to fresh snow
snowy definition and meaning
Παραδείγματα
The snowy white paint on the car made it look clean and sleek.
Το χιονισμένο λευκό χρώμα στο αυτοκίνητο το έκανε να φαίνεται καθαρό και κομψό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store