Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Behemoth
01
βεχεμώθ, γίγαντας
someone or something that is abnormally large and powerful
Παραδείγματα
The renowned scientist, a behemoth in his field, made groundbreaking discoveries that changed the course of modern medicine.
Ο διακεκριμένος επιστήμονας, ένας κολοσσός στον τομέα του, έκανε επαναστατικές ανακαλύψεις που άλλαξαν την πορεία της σύγχρονης ιατρικής.



























