Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smoking gun
01
αδιάσειστο στοιχείο, στοιχείο-φωτιά
a piece of evidence that is used to prove someone's crimes or wrong deeds
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smoking guns
Παραδείγματα
The hidden email was the smoking gun in the corruption case.
Το κρυφό email ήταν το αδιάσειστο στοιχείο στην υπόθεση διαφθοράς.



























