smoking gun
smo
ˈsməʊ
σμεου
king
kɪng
κινγκ
gun
gʌn
γκαν

Ορισμός και σημασία του "smoking gun"στα αγγλικά

01

αδιάσειστο στοιχείο, στοιχείο-φωτιά

a piece of evidence that is used to prove someone's crimes or wrong deeds 
smoking gun definition and meaning
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
smoking guns
Παραδείγματα
The hidden email was the smoking gun in the corruption case. 

Το κρυφό email ήταν το αδιάσειστο στοιχείο στην υπόθεση διαφθοράς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store