smashed
smashed
smæʃt
σμαιστ
/smˈæʃt/

Ορισμός και σημασία του "smashed"στα αγγλικά

01

εντελώς μεθυσμένος, εντελώς φτιαγμένος

very drunk or heavily intoxicated from alcohol
Slang
Παραδείγματα
We were smashed but still managed to have fun.
Ήμασταν μεθυσμένοι αλλά κατάφεραμε να διασκεδάσουμε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store