sly
sly
slaɪ
slai
byeTwibaetri

Ορισμός και σημασία του "sly"στα αγγλικά

01

πανούργος, πονηρός

clever in deceiving or tricking others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sliest
συγκριτικός βαθμός
slier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
With a sly smile, he managed to slip away from the group without anyone noticing. 

Με ένα πανουργο χαμόγελο, κατάφερε να ξεφύγει από την ομάδα χωρίς να τον πάρει κανείς χαμπάρι.

Λεξικό Δέντρο

slyness
sly
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store