slow-witted
Pronunciation
/slˈoʊwˈɪɾᵻd/
British pronunciation
/slˈəʊwˈɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "slow-witted"στα αγγλικά

slow-witted
01

αργόστροφος, βραδυφρενής

having a limited ability to think or understand quickly
example
Παραδείγματα
The job required quick decision-making, but the employee 's slow-witted approach often led to delays and inefficiencies.
Η δουλειά απαιτούσε γρήγορη λήψη αποφάσεων, αλλά η αργή κατανόηση προσέγγιση του υπαλλήλου συχνά οδηγούσε σε καθυστερήσεις και αναποτελεσματικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store