slow-witted
slow
sləʊwɪtɪd
slewvitid
witted

Ορισμός και σημασία του "slow-witted"στα αγγλικά

slow-witted
01

αργόστροφος, βραδυφρενής

having a limited ability to think or understand quickly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most slow-witted
συγκριτικός βαθμός
more slow-witted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite his best efforts, the student struggled with the complex math problem, appearing slow-witted compared to his classmates. 

Παρά τις καλύτερες προσπάθειές του, ο μαθητής αγωνίστηκε με το πολύπλοκο μαθηματικό πρόβλημα, φαινόμενος βραδύνους σε σύγκριση με τους συμμαθητές του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store