Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
slight
01
ελαφρύς, μικρός
not a lot in amount or extent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
slightest
συγκριτικός βαθμός
slighter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt a slight breeze on her face as she walked outside.
Ένιωσε ένα ελαφρύ αεράκι στο πρόσωπό της καθώς περπατούσε έξω.
to slight
01
περιφρονώ, σκοπίμως αγνοώ
to treat someone disrespectfully by showing a lack of attention or consideration
Transitive: to slight sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
slight
γ΄ ενικό πρόσωπο
slights
ενεστώτα μετοχή
slighting
απλός αόριστος
slighted
παθητική μετοχή
slighted
Παραδείγματα
Being consistently overlooked for promotions began to feel like a deliberate attempt to slight him in the workplace.
Το να αγνοείται συνεχώς για προαγωγές άρχισε να μοιάζει με μια εσκεμμένη προσπάθεια να τον περιφρονήσει στο χώρο εργασίας.
Slight
01
προσβολή, περιφρόνηση
an act of disrespect or disregard, where someone is ignored or treated with little attention or consideration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
slights
Παραδείγματα
She took his dismissive comment as a personal slight.
Πήρε την απορριπτική του παρατήρηση ως προσωπική προσβολή.
Λεξικό Δέντρο
sightly
slightly
slightness
slight



























