sinful
sin
ˈsɪn
sin
ful
fəl
fēl
skinful

Ορισμός και σημασία του "sinful"στα αγγλικά

01

ενοχος, αμαρτωλός

characterized by iniquity; wicked because it is believed to be a sin 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sinful
συγκριτικός βαθμός
more sinful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, religion, behavior
02

υπερβολικός, αμέτρητος

far more than usual or expected 
03

αμαρτωλός, ανήθικος

morally wrong or evil, often considered to violate ethical or religious principles 
Παραδείγματα
The sinful deeds of the villain were depicted as a blatant disregard for any moral standards. 

Οι αμαρτωλές πράξεις του κακού απεικονίστηκαν ως μια εμφανής περιφρόνηση για οποιαδήποτε ηθικά πρότυπα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sinfulness
sinful
sin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store