sin
sin
sɪn
σιν
/sɪn/

Ορισμός και σημασία του "sin"στα αγγλικά

01

αμαρτία, ελάττωμα

a state of separation from divine will
Παραδείγματα
Moral failings are often viewed as sin.
Οι ηθικές αποτυχίες συχνά θεωρούνται αμαρτία.
02

αμαρτία

any act that goes against the law of God
Παραδείγματα
The concept of sin often plays a central role in discussions of morality.
Η έννοια της αμαρτίας παίζει συχνά κεντρικό ρόλο σε συζητήσεις για την ηθική.
03

το γράμμα σιν, το σιν

the 21st letter existing in the Hebrew alphabet
Παραδείγματα
Sin has a numerical value in gematria.
Το Σιν έχει αριθμητική τιμή στη γεματρία.
04

ο ακκαδικός θεός της Σελήνης, η ακκαδική σεληνιακή θεότητα

the Akkadian god of the Moon
Παραδείγματα
The moon 's phases were attributed to Sin.
Οι φάσεις της σελήνης αποδίδονταν στον Σιν.
05

ημίτονο, ημίτονο

the ratio of the side opposite a given angle to the hypotenuse in a right-angled triangle
Παραδείγματα
He applied sin to determine the slope of the roof.
Εφάρμοσε sin για να προσδιορίσει την κλίση της στέγης.
to sin
01

αμαρτάνω, διαπράττω αμαρτία

to act against religious or moral rules
Παραδείγματα
He struggled with the temptation to sin but ultimately chose to uphold his moral values.
Πάλεψε με τον πειρασμό να αμαρτήσει αλλά τελικά επέλεξε να τηρήσει τις ηθικές του αξίες.
02

αμαρτάνω, κάνω λάθος

to commit a fault, error, or serious mistake
Παραδείγματα
The manager sinned in haste, making the wrong decision.
Ο διευθυντής αμάρτησε βιαστικά, παίρνοντας τη λάθος απόφαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store