Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Silence
01
σιωπή, ησυχία
the absence of sound or noise, often creating a peaceful or uncomfortable atmosphere
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The awkward silence between them grew as they struggled to find words.
Η άβολη σιωπή μεταξύ τους μεγάλωνε καθώς παλεύαν να βρουν λόγια.
02
σιωπή, ησυχία
the absence of sound
03
σιωπή, άρνηση να μιλήσει
a refusal to speak when expected
04
σιωπή, διακριτικότητα
the trait of keeping things secret
silence
01
Σιωπή, Ησυχία
used to command or request quietness or the absence of sound in a particular situation
Παραδείγματα
Silence, please, as we honor those who have passed away.
Σιωπή, παρακαλώ, καθώς τιμούμε εκείνους που έχουν πεθάνει.
to silence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
silence
γ΄ ενικό πρόσωπο
silences
ενεστώτα μετοχή
silencing
απλός αόριστος
silenced
παθητική μετοχή
silenced
Παραδείγματα
The loud phone ringtone was silenced by pressing the mute button.
Το δυνατό χτύπημα του τηλεφώνου σιγήθηκε πατώντας το κουμπί σίγασης.
02
κάνω να σωπάσει, επιβάλλω σιγή
keep from expression, for example by threats or pressure



























