Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
significant
01
σημαντικός, ουσιαστικός
important or great enough to be noticed or have an impact
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most significant
συγκριτικός βαθμός
more significant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The discovery of the ancient artifact was significant for understanding the region's history.
Η ανακάλυψη του αρχαίου αντικειμένου ήταν σημαντική για την κατανόηση της ιστορίας της περιοχής.
02
σημαντικός, ουσιαστικός
having considerable effect, influence, or meaning
Παραδείγματα
The speech was significant in shaping public opinion.
Η ομιλία ήταν σημαντική στο σχηματισμό της δημόσιας γνώμης.
03
σημαντικός, σημαδιακός
referring to a result or finding that is unlikely to have occurred by chance, indicating a real effect or relationship
Παραδείγματα
The research revealed a significant correlation between high levels of stress and increased risk of heart disease.
Η έρευνα αποκάλυψε μια σημαντική συσχέτιση μεταξύ υψηλών επιπέδων στρες και αυξημένου κινδύνου καρδιακής νόσου.
Παραδείγματα
His silence was significant, expressing disapproval without words.
Η σιωπή του ήταν σημαντική, εκφράζοντας αποδοκιμασία χωρίς λόγια.
Λεξικό Δέντρο
insignificant
nonsignificant
significantly
significant
signify
sign



























