Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shitter
01
τουαλέτα, αποχωρητήριο
a toilet
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The shitter's blocked again – someone flush something they shouldn't have.
Η τουαλέτα είναι ξαναβουλωμένη – κάποιος έριξε κάτι που δεν έπρεπε.
02
άχρηστος, απαξιωμένος
a worthless, contemptible, or useless person
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
That lazy shitter hasn't done a day's work in months.
Αυτός ο τεμπέλης τεμπέλης δεν έχει κάνει μια μέρα δουλειά για μήνες.
03
αποπατεύς, κατουρητής
a person who defecates
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitters
Λεξικό Δέντρο
shitter
shit



























