Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shiver
01
τρέμω, ριγώ
to shake slightly and repeatedly because of cold
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shiver
γ΄ ενικό πρόσωπο
shivers
ενεστώτα μετοχή
shivering
απλός αόριστος
shivered
παθητική μετοχή
shivered
Παραδείγματα
He shivered in the freezing wind.
Αυτός τρέμει στον παγωμένο άνεμο.
02
τρέμω, ριγώ
to tremble or quiver suddenly and repeatedly, often from fear, excitement, or strong emotion
Παραδείγματα
She shivered with fear as the door creaked open.
Τρέμει από φόβο καθώς η πόρτα τρίζοντας άνοιξε.
Shiver
01
ρίγος, τρεμούλα
a brief shaking movement of one's body as a result of fear or being cold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shivers
Παραδείγματα
Despite the heavy blanket, she couldn't stop the uncontrollable shiver that ran through her body due to the high fever.
Παρά τη χοντρή κουβέρτα, δεν μπορούσε να σταματήσει τον ακούσιο τρόμο που διέτρεχε το σώμα της λόγω του υψηλού πυρετού.
02
ρίγος, τρεμούλα
a faint, often pleasant thrill of fear or excitement
Παραδείγματα
She smiled, feeling a shiver of pleasure at the suspense.
Χαμογέλασε, νιώθοντας ένα τρεμούλιασμα ευχαρίστησης από την αγωνία.
Λεξικό Δέντρο
shivering
shivering
shiver



























