Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shiver
01
τρέμω, ριγώ
to shake slightly and repeatedly because of cold
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shiver
γ΄ ενικό πρόσωπο
shivers
ενεστώτα μετοχή
shivering
απλός αόριστος
shivered
παθητική μετοχή
shivered
Παραδείγματα
They shivered under the thin blankets all night.
Αυτοί τρέμονταν κάτω από τα λεπτά παπλώματα όλη τη νύχτα.
02
τρέμω, ριγώ
to tremble or quiver suddenly and repeatedly, often from fear, excitement, or strong emotion
Παραδείγματα
She shivered in anticipation of what was to come.
Αυτή τρέμει στην προσμονή του τι επρόκειτο να συμβεί.
Shiver
01
ρίγος, τρεμούλα
a brief shaking movement of one's body as a result of fear or being cold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shivers
Παραδείγματα
Despite the warmth of the room, a shiver of sickness passed through him, leaving him feeling cold and weak.
Παρά τη ζεστασιά του δωματίου, ένας ρίγος ασθένειας τον διέτρεξε, αφήνοντάς τον να νιώθει κρύο και αδύναμο.
02
ρίγος, τρεμούλα
a faint, often pleasant thrill of fear or excitement
Παραδείγματα
The music gave the audience a collective shiver.
Η μουσική έδωσε στο κοινό μια συλλογική ριγή.
Λεξικό Δέντρο
shivering
shivering
shiver



























