Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shitter
01
τουαλέτα, αποχωρητήριο
a toilet
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
I nearly threw up when I walked into that gas station shitter.
Παραλίγο να ξεράσω όταν μπήκα στην τουαλέτα εκείνου του βενζινάδικου.
02
άχρηστος, απαξιωμένος
a worthless, contemptible, or useless person
Offensive
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
What kind of shitter steals from his own mates?
Τι είδους άχρηστος κλέβει από τους δικούς του φίλους;
03
αποπατεύς, κατουρητής
a person who defecates
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitters
Λεξικό Δέντρο
shitter
shit



























