shitter
shi
ˈʃɪ
shi
tter
tər
tēr
/ʃˈɪtə/

Ορισμός και σημασία του "shitter"στα αγγλικά

01

τουαλέτα, αποχωρητήριο

a toilet
shitter definition and meaning
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
I nearly threw up when I walked into that gas station shitter.
Παραλίγο να ξεράσω όταν μπήκα στην τουαλέτα εκείνου του βενζινάδικου.
02

άχρηστος, απαξιωμένος

a worthless, contemptible, or useless person
shitter definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
What kind of shitter steals from his own mates?
Τι είδους άχρηστος κλέβει από τους δικούς του φίλους;
03

αποπατεύς, κατουρητής

a person who defecates
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitters
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store