shitsack
shit
ˈʃɪt
shit
sack
sæk
sāk
/ʃˈɪtsak/

Ορισμός και σημασία του "shitsack"στα αγγλικά

01

άχρηστος, τεμπέλης

a person regarded as worthless, contemptible, or lazy
shitsack definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitsacks
Παραδείγματα
The shitsack sat on the couch all day.
Ο άχρηστος κάθισε στον καναπέ όλη μέρα.

Λεξικό Δέντρο

shitsack

shit

+

sack

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store