Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to become
01
γίνομαι, γίνομαι
to start or grow to be
Linking Verb: to become [adj] | to become sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
ενεστώτας
become
γ΄ ενικό πρόσωπο
becomes
ενεστώτα μετοχή
becoming
απλός αόριστος
became
παθητική μετοχή
become
Παραδείγματα
He's training to become a pilot at a flight school.
Εκπαιδεύεται για να γίνει πιλότος σε μια σχολή πτήσης.
02
ταιριάζω, προσφέρομαι
to be suitable or appropriate for someone, often in terms of their behavior, character, or usual nature
Transitive: to become sb
Παραδείγματα
Being dishonest did not become him; he was always known for his integrity.
Το να είναι ανειλικρινής δεν του πήγαινε· ήταν πάντα γνωστός για την ακεραιότητά του.
2.1
δυναμώνω, κοσμώ
to make someone look better
Transitive: to become sb
Παραδείγματα
Bold and vibrant colors became her.
Τα τολμηρά και ζωηρά χρώματα την έκαναν να φαίνεται καλύτερα.
Λεξικό Δέντρο
becoming
become



























