Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shameful
01
επονείδιστος, ντροπιαστικός
causing embarrassment or disgrace due to unacceptable behavior or actions
Παραδείγματα
Discriminating against people based on their race or ethnicity is a shameful display of prejudice.
Ο διαχωρισμός των ανθρώπων βάσει της φυλής ή της εθνικότητάς τους είναι μια ντροπιαστική έκφραση προκατάληψης.
Λεξικό Δέντρο
shamefully
shamefulness
shameful
shame



























