shameful
shame
ˈʃeɪm
σειμ
ful
fəl
φαλ
/ʃˈe‍ɪmfə‍l/

Ορισμός και σημασία του "shameful"στα αγγλικά

01

επονείδιστος, ντροπιαστικός

causing embarrassment or disgrace due to unacceptable behavior or actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shameful
συγκριτικός βαθμός
more shameful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Discriminating against people based on their race or ethnicity is a shameful display of prejudice.
Ο διαχωρισμός των ανθρώπων βάσει της φυλής ή της εθνικότητάς τους είναι μια ντροπιαστική έκφραση προκατάληψης.

Λεξικό Δέντρο

shamefully
shamefulness
shameful
shame
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store