Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shameful
01
επονείδιστος, ντροπιαστικός
causing embarrassment or disgrace due to unacceptable behavior or actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shameful
συγκριτικός βαθμός
more shameful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His shameful behavior at the party embarrassed everyone who witnessed it.
Η ντροπιαστική του συμπεριφορά στο πάρτι έφερε σε δύσκολη θέση όλους όσους την είδαν.
Λεξικό Δέντρο
shamefully
shamefulness
shameful
shame



























