shameful
shame
ˈʃeɪm
sheim
ful
fʊl
fool
blameful

Ορισμός και σημασία του "shameful"στα αγγλικά

01

επονείδιστος, ντροπιαστικός

causing embarrassment or disgrace due to unacceptable behavior or actions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shameful
συγκριτικός βαθμός
more shameful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, behavior, emotion
Παραδείγματα
His shameful behavior at the party embarrassed everyone who witnessed it. 

Η ντροπιαστική του συμπεριφορά στο πάρτι έφερε σε δύσκολη θέση όλους όσους την είδαν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

shamefully
shamefulness
shameful
shame
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store