Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to settle down
01
εγκαθίσταμαι, σταθεροποιούμαι
to establish a stable and committed lifestyle, often involving marriage or a serious, long-term relationship
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
settle
ενεστώτας
settle down
γ΄ ενικό πρόσωπο
settles down
ενεστώτα μετοχή
settling down
απλός αόριστος
settled down
παθητική μετοχή
settled down
Παραδείγματα
They planned to settle down and raise a family in their hometown.
Σχεδίαζαν να εγκατασταθούν και να μεγαλώσουν μια οικογένεια στην πατρίδα τους.
02
εγκαθίσταμαι, σταθεροποιούμαι
to find a place to live and embrace a more stable and routine way of life
Παραδείγματα
After years of traveling, they decided to settle down in a coastal town.
Μετά από χρόνια ταξιδιών, αποφάσισαν να εγκατασταθούν σε μια παραθαλάσσια πόλη.
03
καθίσει, ηρεμεί
to move from a standing or active position to a seated and more relaxed state
Παραδείγματα
The students gradually settled down in their chairs as the teacher started the lesson.
Οι μαθητές σταδιακά καθίσαν στις καρέκλες τους καθώς ο δάσκαλος άρχισε το μάθημα.
04
ηρεμώ, καθησυχάζω
to return to a state of calmness following a period of disturbance or activity
Παραδείγματα
The storm passed, and the neighborhood gradually settled down to its usual quiet.
Η καταιγίδα πέρασε, και η γειτονιά ηρέμησε σταδιακά, επιστρέφοντας στη συνήθη ησυχία της.



























