Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scrag
01
ένα σακούλι με κόκκαλα, ένα ξυλάκι
a person who is unusually thin and scrawny
02
το άπαχο άκρο του λαιμού του μοσχαριού, το άπαχο τμήμα του λαιμού του μοσχαριού
the lean end of a neck of veal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scrags
03
αδύνατο άκρο του λαιμού, αδύνατο μέρος του λαιμού
lean end of the neck
to scrag
01
πνίγω με σιδερένιο κολάρο, στραγγαλίζω χρησιμοποιώντας ένα σιδερένιο κολάρο
strangle with an iron collar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scrag
γ΄ ενικό πρόσωπο
scrags
ενεστώτα μετοχή
scragging
απλός αόριστος
scragged
παθητική μετοχή
scragged
02
στραγγαλίζω, στρίβω το λαιμό
wring the neck of



























