to scathe
scathe
skeɪð
skeidh
spatheswathescythe

Ορισμός και σημασία του "scathe"στα αγγλικά

to scathe
01

βλάπτω, τραυματίζω

to harm or injure someone or something 
Transitive: to scathe sth
to scathe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scathe
γ΄ ενικό πρόσωπο
scathes
ενεστώτα μετοχή
scathing
απλός αόριστος
scathed
παθητική μετοχή
scathed
Παραδείγματα
The harsh criticism did scathe her emotions. 

Η σκληρή κριτική τραυμάτισε τα συναισθήματά της.

01

ζημία, βλάβη

the act of damaging something or someone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scathes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

scathing
scathe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store