Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scars
Παραδείγματα
A scar is a permanent mark on the skin that remains after a wound or injury has healed.
Μια ουλή είναι ένα μόνιμο σημάδι στο δέρμα που παραμένει μετά την επούλωση μιας πληγής ή τραυματισμού.
02
ουλή, ίχνος
a lasting sign or trace of damage, suffering, or loss
Παραδείγματα
The war left deep scars on the nation's memory.
Ο πόλεμος άφησε βαθιά ουλές στη μνήμη του έθνους.
to scar
01
αφήνω ουλή, ουλιάζω
to leave a mark on the skin after the injured tissue has healed
Intransitive
Transitive: to scar one's skin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scar
γ΄ ενικό πρόσωπο
scars
ενεστώτα μετοχή
scarring
απλός αόριστος
scarred
παθητική μετοχή
scarred
Παραδείγματα
The burn injury scarred his arm, reminding him of the incident.
Το έγκαυμα αφήσει ουλή στο χέρι του, θυμίζοντάς του το περιστατικό.
02
αφήνω ουλή, τραυματίζω
to leave a lasting mental or emotional impact, often from a traumatic or painful experience
Παραδείγματα
The tragic event scarred her deeply, affecting her for years.
Το τραγικό γεγονός την σήμανε βαθιά, επηρεάζοντάς την για χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
scarify
scary
scar



























