scant
scant
skænt
σκαιντ
/skˈɑːnt/

Ορισμός και σημασία του "scant"στα αγγλικά

01

ανεπαρκής, λιγοστός

barely or not satisfactory in amount
Παραδείγματα
The fund had a scant balance, making it difficult to cover all expenses.
Το ταμείο είχε ελλιπή υπόλοιπο, καθιστώντας δύσκολη την κάλυψη όλων των δαπανών.
to scant
01

παρέχω με φειδώ, προμηθεύω με περιορισμένες ποσότητες

supply sparingly and with restricted quantities
02

περιορίζω, περιορίζω

limit in quality or quantity
03

ψαρεύω το γλυκόνερό γατόψαρο των ανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών

freshwater catfish of eastern United States
04

εργάζομαι βιαστικά ή απρόσεκτα, αντιμετωπίζω ανεπαρκώς και επιφανειακά

work hastily or carelessly; deal with inadequately and superficially

Λεξικό Δέντρο

scantness
scant
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store