salt-cured
salt
sɒlt
solt
cured
kjʊəd
kyued

Ορισμός και σημασία του "salt-cured"στα αγγλικά

salt-cured
01

αλατισμένος, διατηρημένος με αλάτι

related to a preservation method where food is treated or preserved with salt 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She learned how to make salt-cured vegetables to preserve them for the winter. 

Έμαθε να φτιάχνει λαχανικά παστά με αλάτι για να τα διατηρήσει για το χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store