salted
Pronunciation
/ˈsɔɫtɪd/

Ορισμός και σημασία του "salted"στα αγγλικά

01

αλατισμένος, διατηρημένος σε αλάτι

(used especially of meats) preserved in salt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most salted
συγκριτικός βαθμός
more salted
διαβαθμίσιμο
02

αλατισμένος, κατακουρντισμένος με αλάτι

flavored with or containing added salt
Παραδείγματα
The chef recommended using salted tomatoes in the sauce for a deeper flavor.
Ο σεφ συνέστησε τη χρήση αλατισμένων ντομάτας στη σάλτσα για μια πιο έντονη γεύση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store