Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
salted
01
αλατισμένος, διατηρημένος σε αλάτι
(used especially of meats) preserved in salt
Λεξικό Δέντρο
unsalted
salted
salt
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αλατισμένος, διατηρημένος σε αλάτι
Λεξικό Δέντρο