Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sallow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sallowest
συγκριτικός βαθμός
sallower
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The character in the novel was described as having a sallow face, reflecting the challenging circumstances they faced.
Ο χαρακτήρας στο μυθιστόρημα περιγράφηκε ως έχοντας ένα κίτρινο πρόσωπο, αντικατοπτρίζοντας τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετώπιζε.
Sallow
01
ιτέα αιγών, ιτέα καλαθιών
a shrubby willow with broad leaves and large catkins, some used for tanbark and charcoal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sallows
Παραδείγματα
The gardener planted several sallow along the hedge.
Ο κηπουρός φύτεψε αρκετές ιτιές θάμνους κατά μήκος του φράχτη.
to sallow
01
κάνω κίτρινο, κάνω χλωμό
to make someone or something yellowish or unhealthy in color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sallow
γ΄ ενικό πρόσωπο
sallows
ενεστώτα μετοχή
sallowing
απλός αόριστος
sallowed
παθητική μετοχή
sallowed
Παραδείγματα
The candlelight sallowed her otherwise fair skin.
Το φως των κεριών κίτρινε το αλλιώς ανοιχτόχρωμο δέρμα της.
Λεξικό Δέντρο
sallowness
sallow



























