sallow
sa
ˈsæ
σαι
llow
loʊ
λου
/sˈælə‍ʊ/

Ορισμός και σημασία του "sallow"στα αγγλικά

01

κίτρινος, χλωμός

yellowish, sickly, or lacking in healthy color
Παραδείγματα
The character in the novel was described as having a sallow face, reflecting the challenging circumstances they faced.
Ο χαρακτήρας στο μυθιστόρημα περιγράφηκε ως έχοντας ένα κίτρινο πρόσωπο, αντικατοπτρίζοντας τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετώπιζε.
01

ιτέα αιγών, ιτέα καλαθιών

a shrubby willow with broad leaves and large catkins, some used for tanbark and charcoal
Παραδείγματα
The gardener planted several sallow along the hedge.
Ο κηπουρός φύτεψε αρκετές ιτιές θάμνους κατά μήκος του φράχτη.
to sallow
01

κάνω κίτρινο, κάνω χλωμό

to make someone or something yellowish or unhealthy in color
Παραδείγματα
The candlelight sallowed her otherwise fair skin.
Το φως των κεριών κίτρινε το αλλιώς ανοιχτόχρωμο δέρμα της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store