salmon
sal
ˈsæ
σαι
mon
mən
μαν
/ˈsæmən/

Ορισμός και σημασία του "salmon"στα αγγλικά

01

σολομός, ατλαντικός σολομός

a silver-colored fish often found in both freshwater and saltwater environments
salmon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
salmon
Παραδείγματα
The wild salmon population is declining due to overfishing.
Ο πληθυσμός του άγριου σολομού μειώνεται λόγω της υπεραλίευσης.
02

σαλμον, χρώμα σολομού

a pale pinkish orange color
03

σολομός

the meat of fish from the salmon family, known for its pink-orange color and rich flavor
Παραδείγματα
The salmon was cooked to perfection and flaked easily.
Ο σολομός μαγειρεύτηκε τέλεια και θρυμματίστηκε εύκολα.
01

σαλμον, πορτοκαλί με ροζ απόχρωση

of orange tinged with pink
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most salmon
συγκριτικός βαθμός
more salmon
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store