Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sagacious
01
σοφός, συνετός
having keen, farsighted judgment and the ability to discern deeply and wisely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sagacious
συγκριτικός βαθμός
more sagacious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A sagacious mentor can provide invaluable guidance during challenging times.
Ένας οξυδερκής μέντορας μπορεί να προσφέρει ανεκτίμητη καθοδήγηση σε δύσκολες στιγμές.
02
σοφός, οξυδερκής
showing or resulting from acute, insightful discernment
Παραδείγματα
The sagacious selection of partners strengthened the project.
Η σοφή επιλογή των συνεργατών ενίσχυσε το έργο.
Λεξικό Δέντρο
sagaciously
sagacious



























