saganaki
sa
ˌsæ
σαι
ga
ga
γκα
na
ˈnæ
ναι
ki
ki
κι
British pronunciation
/sˌaɡɐnˈaki/

Ορισμός και σημασία του "saganaki"στα αγγλικά

01

σαγανάκι, ένα παραδοσιακό ελληνικό ορεκτικό που περιλαμβάνει διάφορα πιάτα που παρασκευάζονται σε ένα μικρό τηγάνι με δύο χερούλια που ονομάζεται "σαγανάκι"

a traditional Greek appetizer featuring various dishes prepared in a small, two-handled frying pan called a "saganaki"
Wiki
example
Παραδείγματα
The menu featured mussels saganaki, where fresh mussels were cooked in a spicy tomato sauce and topped with melted cheese.
Το μενού περιλάμβανε μύδια σαγανάκι, όπου τα φρέσκα μύδια μαγειρεύονταν σε πικάντικη σάλτσα ντομάτας και σερβίρονταν με λιωμένο τυρί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store