saganaki
sa
ga
na
ˈnɑ:
naa
ki
ki
ki
anunnakitoyonakiehomakiabenaki

Ορισμός και σημασία του "saganaki"στα αγγλικά

01

σαγανάκι, ένα παραδοσιακό ελληνικό ορεκτικό που περιλαμβάνει διάφορα πιάτα που παρασκευάζονται σε ένα μικρό τηγάνι με δύο χερούλια που ονομάζεται "σαγανάκι"

a traditional Greek appetizer featuring various dishes prepared in a small, two-handled frying pan called a "saganaki" 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
saganakis
Παραδείγματα
At the Greek restaurant, we started our meal with saganaki, enjoying the rich, melted cheese paired with warm pita bread. 

Στο ελληνικό εστιατόριο, ξεκινήσαμε το γεύμα μας με σαγανάκι, απολαμβάνοντας το πλούσιο λιωμένο τυρί σε συνδυασμό με ζεστό πίτα ψωμί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store