Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sadden
01
λυπώ, θλίβω
to make someone feel unhappy or disappointed
Transitive: to sadden sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sadden
γ΄ ενικό πρόσωπο
saddens
ενεστώτα μετοχή
saddening
απλός αόριστος
saddened
παθητική μετοχή
saddened
Παραδείγματα
The sight of abandoned animals in shelters always saddens me.
Η θέα των εγκαταλελειμμένων ζώων σε καταφύγια πάντα με λυπεί.
02
λυπώ, θλίβω
to feel sorrowful, unhappy, or disappointed
Intransitive
Παραδείγματα
He could not help but sadden at the sight of the abandoned house.
Δεν μπορούσε παρά να λυπηθεί με την όψη του εγκαταλελειμμένου σπιτιού.



























