Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sadden
01
λυπώ, θλίβω
to make someone feel unhappy or disappointed
Transitive: to sadden sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sadden
γ΄ ενικό πρόσωπο
saddens
ενεστώτα μετοχή
saddening
απλός αόριστος
saddened
παθητική μετοχή
saddened
Παραδείγματα
The loss of her pet deeply saddened her.
Η απώλεια του κατοικίδιού της την θλίψε βαθιά.
02
λυπώ, θλίβω
to feel sorrowful, unhappy, or disappointed
Intransitive
Παραδείγματα
The entire room saddened as the speaker shared the tragic story.
Όλο το δωμάτιο λυπήθηκε όταν ο ομιλητής μοιράστηκε την τραγική ιστορία.



























