runaway
run
ˈrʌn
ραν
a
ə
α
way
weɪ
ουει
runway

Ορισμός και σημασία του "runaway"στα αγγλικά

01

εκτός ελέγχου, ανεξέλεγκτος

completely out of control 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most runaway
συγκριτικός βαθμός
more runaway
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, control, situation
02

δραπέτης, φυγάς

fleeing or attempting to escape, often in a fugitive manner 
Παραδείγματα
Authorities launched a search for the runaway teenager who fled from home. 

Οι αρχές ξεκίνησαν αναζήτηση για τον δραπέτη έφηβο που έφυγε από το σπίτι.

01

εύκολη νίκη, απλή επιτυχία

an easy victory 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
runaways
02

δραπέτης, φυγάς

a person who has fled or escaped from a place, typically a home or institution, often to avoid control orauthority 
Παραδείγματα
The police are searching for the runaway who left home last night. 

Η αστυνομία αναζητά τον δραπέτη που έφυγε από το σπίτι χθες το βράδυ.

03

ανεξέλεγκτη συσκευή, μηχανισμός εκτός ελέγχου

a device or mechanism that operates without control or restraint, often resulting in dangerous situations 
Παραδείγματα
The engineers worked quickly to stop the runaway train before it reached the populated area. 

Οι μηχανικοί εργάστηκαν γρήγορα για να σταματήσουν το ανεξέλεγκτο τρένο πριν φτάσει σε κατοικημένη περιοχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store