Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rumble
01
μπομπίνισμα, βροντώ
to create a continuous, deep sound
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rumble
γ΄ ενικό πρόσωπο
rumbles
ενεστώτα μετοχή
rumbling
απλός αόριστος
rumbled
παθητική μετοχή
rumbled
Παραδείγματα
The earthquake made the ground beneath us rumble briefly.
Ο σεισμός έκανε το έδαφος κάτω από μας να βουίζει σύντομα.
02
βροντώ, μουγκρίζω
to make a deep, continuous sound while moving
Intransitive
Παραδείγματα
The old car rumbled to life after sitting in the garage for months.
Το παλιό αυτοκίνητο βρόντηξε ξανά στη ζωή αφού έμεινε για μήνες στο γκαράζ.
03
βουίζω, γουργουρίζω
to make a low, continuous noise, often caused by hunger or digestion in the stomach
Παραδείγματα
Her stomach rumbled softly as she waited for dinner to be served.
Η κοιλιά της βούιζε απαλά καθώς περίμενε να σερβιριστεί το δείπνο.
Rumble
01
βουητό, γκρίνια
a long, deep sound or series of sounds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rumbles
Παραδείγματα
The volcano emitted a continuous rumble before erupting.
Το ηφαίστειο εξέπεμψε ένα συνεχές βουητό πριν εκραγεί.
02
καβγάς, συμπλοκή
a fight or brawl that takes place on the streets
slang
Παραδείγματα
People say there will be a rumble if the two gangs meet again.
Οι άνθρωποι λένε ότι θα γίνει καβγάς αν οι δύο συμμορίες συναντηθούν ξανά.
03
κάθισμα υπηρέτη στο πίσω μέρος μιας άμαξας, θάλαμος αποσκευών στο πίσω μέρος μιας άμαξας
a servant's seat (or luggage compartment) in the rear of a carriage
Λεξικό Δέντρο
rumbling
rumbling
rumble



























