Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rumble
01
μπομπίνισμα, βροντώ
to create a continuous, deep sound
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rumble
γ΄ ενικό πρόσωπο
rumbles
ενεστώτα μετοχή
rumbling
απλός αόριστος
rumbled
παθητική μετοχή
rumbled
Παραδείγματα
Thunder rumbled in the distance as the storm approached.
Ο κεραυνός βρόντηξε σε απόσταση καθώς πλησίαζε η καταιγίδα.
02
βροντώ, μουγκρίζω
to make a deep, continuous sound while moving
Intransitive
Παραδείγματα
The heavy truck rumbled down the street, shaking the ground beneath it.
Το βαρύ φορτηγό βρόντησε στον δρόμο, κουνώντας το έδαφος κάτω από αυτό.
03
βουίζω, γουργουρίζω
to make a low, continuous noise, often caused by hunger or digestion in the stomach
Παραδείγματα
His stomach rumbled loudly during the quiet meeting.
Το στομάχι του βρόντηξε δυνατά κατά τη διάρκεια της ήσυχης συνάντησης.
Rumble
01
βουητό, γκρίνια
a long, deep sound or series of sounds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rumbles
Παραδείγματα
The rumble of thunder shook the windows.
Ο βρόντος της βροντής έκανε να τραντάξουν τα παράθυρα.
02
καβγάς, συμπλοκή
a fight or brawl that takes place on the streets
αργκό
Παραδείγματα
A rumble broke out after the argument at the corner.
Ένας καβγάς ξέσπασε μετά τη διαφωνία στη γωνία.
03
κάθισμα υπηρέτη στο πίσω μέρος μιας άμαξας, θάλαμος αποσκευών στο πίσω μέρος μιας άμαξας
a servant's seat (or luggage compartment) in the rear of a carriage
Λεξικό Δέντρο
rumbling
rumbling
rumble



























