risque
ris
ˌrɪs
ρισ
que
ˈkeɪ
κει
/ɹɪskˈeɪ/
risqué

Ορισμός και σημασία του "risque"στα αγγλικά

01

τολμηρός, υπονοούμενος

suggestive of sexual impropriety
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most risqué
συγκριτικός βαθμός
more risqué
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The art exhibit featured risqué pieces that challenged traditional notions of decency.
Η έκθεση τέχνης παρουσίαζε τολμηρά κομμάτια που αμφισβητούσαν τις παραδοσιακές έννοιες της ευπρέπειας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store