risotto
ri
ri
so
ˈzɒ
zo
tto
təʊ
tew

Ορισμός και σημασία του "risotto"στα αγγλικά

01

ριζότο

a dish of rice cooked with meat, vegetables, etc., originated in Italy 
risotto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
risottos
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store